Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

«Όχι», «Ναι» και το παιδί; Τρελαίνεται!

Τι κάνει ένα μικρό παιδί όταν η μαμά λέει «όχι» και ο μπαμπάς «ναι» ή το αντίθετο; Τι μαθαίνει για το σωστό και το λάθος, πώς τους αντιμετωπίζει, πόσο μπερδεύεται; Κάθε γονιός είναι φυσικό να έχει τις απόψεις του, αλλά είναι η ανατροφή του παιδιού αντικείμενο για διαξιφισμούς;
Τι μπορεί να συμβεί όταν οι γονείς είτε «δεν τα βρίσκουν» είτε ανταγωνίζονται μεταξύ τους στο θέμα της ανατροφής και της διαπαιδαγώγησης των παιδιών; Τις περισσότερες φορές, βέβαια, τα διπλά μηνύματα κρύβουν πολλά για την ίδια τη σχέση των γονιών. Ας δούμε τις πιο συνηθισμένες περιπτώσεις.

Ποιος σ’ αγαπάει πιο πολύ;

Παράδειγμα: Ένας πατέρας κάνει όλα τα χατίρια στις κόρες του, πράγμα που τον φέρνει συχνά σε σύγκρουση με τη σύζυγό του. Λέει ότι το κάνει επειδή στενοχωριέται που κλείνονται στο διαμέρισμα και δεν μπορούν να είναι έξω παίζοντας. Όμως το διαμέρισμα είναι κοντά στη θάλασσα και τα παιδιά είναι συχνά έξω παίζοντας! Τελικά προέκυψε ότι το παράπονο ήταν δικό του, γιατί η ζωή της πόλης τον «στριμώχνει», αλλά είναι αναγκασμένος να ζήσει εδώ. Έτσι η δική του δυσκολία να προσαρμοστεί τον έκανε εντελώς παραχωρητικό στα παιδιά, μαζί και με ένα σύμπλεγμα ενοχών που δεν μπορεί να τους προσφέρει τη δική του ωραία παιδική ηλικία.
Τι μπορεί να γίνει; Με τον ερχομό ενός παιδιού η ζωή των γονιών αναστατώνεται και θα πρέπει και οι ίδιοι να είναι έτοιμοι να περιοριστούν ατομικά, να θεσπίσουν όρια, να αντέξουν τις όποιες αντιδράσεις του παιδιού και βέβαια να μπορούν να αποσύρουν τις προβολές των δικών τους επιθυμιών από την καθημερινότητα και την επιθυμία του παιδιού τους. Επειδή όμως σπάνια οι διαφορετικές θέσεις των γονιών μένουν στα απλά και καθημερινά, τα παιδιά μπερδεύονται, δυσκολεύονται να καταλάβουν ποιο είναι το σωστό και το λάθος. Το παιδί δεν μπορεί ακόμα να κάνει σύνθετους συλλογισμούς, οφείλουν να το κάνουν οι ενήλικες για εκείνο και να του το μάθουν. Χρειάζεται και την αίσθηση ελευθερίας αλλά και το όριο, τη βοήθεια του γονέα να καταλάβει το ίδιο τι του αρέσει, να κάνει τη δική του σύνθεση. Τις περισσότερες φορές η παροχή άπλετης ελευθερίας είναι ένα ενήλικο άλλοθι, γιατί ο γονέας δεν μπορεί να παίξει σωστά το ρόλο του πατέρα ή της μητέρας.

Με ποιου το μέρος είσαι;

Παράδειγμα: Ο πατέρας ικανοποιεί όλα τα χατίρια των παιδιών του, τους αγοράζει ακριβά ρούχα και παιχνίδια και σκορπάει λεφτά φέρνοντας το σπιτικό σε οριακές καταστάσεις. Η μητέρα πάλι διστάζει να ικανοποιήσει και την πιο απλή τους επιθυμία και φαίνεται υπερβολικά σκληρή και σφιχτή προκειμένου να προστατεύσει τα οικονομικά της οικογένειας. Το παιδί καλείται να διαλέξει συμμαχία, σαν σε πόλεμο.
Τι μπορεί να γίνει; Πολύ συχνά τα διπλά μηνύματα των γονιών αντανακλούν παθογένειες της δικής τους σχέσης που αναδεικνύει το παιδί με την ύπαρξή του. Η συχνότερη παθογένεια είναι μια σχέση ανταγωνιστική μεταξύ των γονιών, που έχει τις ρίζες της στις δικές τους σχέσεις με τους γονείς τους. Με παρόμοιο τρόπο το ενήλικο παιδί-σύντροφος αναπαράγει αυτό που έμαθε ως οικογενειακό μοτίβο. Και θα πρέπει και το δικό του παιδί να διαλέξει πλευρά, κατά μία έννοια. Όταν το πρόβλημα είναι σημαντικό και προκαλεί μεγάλες εντάσεις στο ζευγάρι, κάτω από την επιφάνεια μπορούμε να ανιχνεύσουμε δύο ενήλικες που δεν σέβονται πραγματικά ο ένας τον άλλο, συνήθως ούτε και τον εαυτό τους. Η συνειδητή ή ασυνείδητη υποτίμηση του ανθρώπου με τον οποίο επιλέγει κανείς να περάσει τη ζωή του είναι βέβαιος παράγοντας συγκρούσεων και κακής ποιότητας σχέσεων. Η έλευση ενός παιδιού δυναμιτίζει την ήδη εύθραυστη δομή: «Εσύ τα ξέρεις όλα», «ποιος νομίζεις ότι είσαι;», «εγώ ξέρω τι είναι καλό για το παιδί» κι άλλα τέτοια «χαριτωμένα», πολύ συχνά παρουσία του παιδιού. Μια πρώτη ανάσα στο πρόβλημα θα ήταν να αναρωτηθεί κανείς για την ουσία της σχέσης: Γιατί διάλεξα να ζήσω με αυτό τον άνθρωπο, ποια ελλείμματα προσπαθεί να καλύψει, πώς μπορώ να το διορθώσω;

Ναι μεν, αλλά...

Παράδειγμα: Στο σπίτι πάντα οι γονείς λένε ότι έχουν λεφτά και δεν έχουν ανάγκη. Στο σούπερ μάρκετ όμως το παιδί έβλεπε τον πατέρα του να συγκρίνει τιμές, να ψάχνει για τα πιο φτηνά προϊόντα και τις προσφορές. Μεγαλώνοντας το παιδί έχει δυσκολίες στη διαχείριση των χρημάτων.
Τι μπορεί να γίνει; Υπάρχουν περιπτώσεις που ο ίδιος ο γονέας είναι φορέας διπλών μηνυμάτων που μπλοκάρουν το παιδί και δεν ξέρει πώς να φερθεί. Αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές παιδιών συνήθως κρύβουν διχαστικές συμπεριφορές ενηλίκων. Βαρύτερο αλλά συνηθέστερο, το διπλό, σιωπηλό μήνυμα της αμφιβόλου στήριξης, κυρίως όταν το παιδί αποφασίζει να πάρει άλλο δρόμο από εκείνο που επιθυμεί ο γονιός ή και οι δύο γονείς. Όταν οι γονείς λένε «εγώ δεν ενδιαφέρομαι» ή «δεν με νοιάζει αν γίνεις επιστήμονας», και το επαναλαμβάνουν συνεχώς, είναι σαν να προσπαθούν έμμεσα να φτάσουν εκεί ακριβώς, σαν να το διαπραγματεύονται. Δείτε τον εαυτό σας, τι μηνύματα δίνετε στο παιδί σας; Έχετε ξεκαθαρισμένους στόχους στην προσωπική σας ζωή; Είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας αρχικά και με όλους τους άλλους και την οικογένειά σας;

Οι γονείς είναι παράδειγμα ζωής

Τα λόγια δεν πείθουν και μπερδεύουν όταν δεν συντονίζονται με το πώς ζούμε. Οι γονείς μπορεί να λένε κάτι στο παιδί, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αναφέρονται στα δικά τους θέματα, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν όσα τους συμβαίνουν, το αν και κατά πόσον αισθάνονται ασφαλείς και οι ίδιοι, ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο στο λόγο τους απαξιώνουν ή δίνουν αξία σε διάφορα ζητήματα –από τις σχέσεις, τα χρήματα έως τα επαγγέλματα και τους ανθρώπους– είναι ένα έμμεσο μήνυμα. Ένα διπλό μήνυμα που συνεχίζει να μπερδεύει το παιδί μεγαλώνοντας, κάνοντάς το πιθανόν να μην είναι ποτέ εντάξει, να μην μπορεί να γίνει ανεξάρτητος και ώριμος ενήλικας, να φτιάξει το δικό του κόσμο.

Ας προσπαθήσουμε...

Ας αφήσουμε λοιπόν τη διγλωσσία για τον πολιτικό στίβο κι ας προσπαθήσουμε, με όποιον τρόπο μπορεί καθένας, να καθαρίσουμε το μυαλό μας και την ψυχή μας από αυτά που αρχικά μπερδεύουν και διαταράσσουν εμάς τους ίδιους, για να είμαστε σωστότεροι γονείς και να μη γινόμαστε οι ... «πολιτικοί» των παιδιών μας!
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΓΓΑΝΑ, ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια
αλλά διαβάστε και 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΜΟΥ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΠΑΙΔΙΩΝ
και
και
και
ΚΤΛ.
ΚΤΛ
ΚΤΛ

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΠΩς ΑΠΟΣΠΟΠΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

Ο ΛΥΚΟΣ
(Ελένη Βεζύρογλου, συγγραφέας)
   Ο Μανώλης κλαίει. Χοντρά τρομαγμένα δάκρυα κυλούν στα μουτζουρωμένα του μάγουλα και λερώνουν το ριγέ γιακά του πουκαμίσου του μπαμπά του καθώς σφίγγει το μουτράκι του πάνω στο δυνατό αντρικό λαιμό. Τα νυχάκια του λερωμένα απ’ το χώμα όπου κυλιόταν πριν λίγα λεπτά, χώνονται στα μπράτσα του μπαμπά καθώς γαντζώνεται πάνω του απελπισμένα. Οι φωνές και τα ουρλιαχτά των τριών γυναικών που έχουν ορμήσει πάνω τους και προσπαθούν να τον αποσπάσουν απ’ την πατρική αγκαλιά, κομματιάζουν κάθε έννοια ασφάλειας που θα ’πρεπε κανονικά να νοιώθει μες στη ζεστασιά της. Στα τέσσερα μόλις χρόνια της ζωής του δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει και γιατί η μαμά και οι δυο ετεροθαλείς αδερφές του προσπαθούν να τον τραβήξουν ανάμεσα απ’ τα μπράτσα που εκείνος νοιώθει τόσο ευτυχισμένος όταν είναι τυλιγμένα γύρω του.
   Βρίσκονται σ’ εκείνο το μέρος που το λένε “δικαστήριο” κι έχει ακούσει τη μαμά να μιλάει πολλές φορές οργισμένη γι αυτό και δεν καταλαβαίνει το λόγο, το δικαστήριο  είναι ένα καλό μέρος, γιατί εκεί τουλάχιστον μπορεί να δει τον μπαμπά. Να, σήμερα, λίγο πριν ανέβουν τις σκάλες του κτιρίου, τον είχε δει να έρχεται κι εκείνος τον είχε φωνάξει ανοίγοντας την αγκαλιά του. Άφησε το χέρι της μαμάς κι έτρεξε γεμάτος λαχτάρα να χωθεί ανάμεσα στα ανοιχτά μπράτσα που τον καλούσαν. Η μεγάλη του αδελφή προσπάθησε να τον εμποδίσει. Όμως εκείνος πήγαινε σφαίρα με τα μικροσκοπικά του adidas. Πήδησε μέσα στο μεγάλο παρτέρι με τα λουλούδια κι έτρεχε γρήγορα ανάμεσά τους. Πίστεψε πως η αδελφή του δε θα μπορούσε να τον ακολουθήσει εκεί μέσα, βυθίζοντας τα τακούνια της στο χώμα. Έκανε λάθος. Εκείνη τον πρόφτασε και τον άρπαξε. Έπεσαν στο χώμα. Πάλεψε με μανία να της ξεφύγει. «Άσε με, άσε με, θέλω να πάω στο μπαμπά!» Πετάχτηκε όρθιος κι έτρεξε πάλι, ενώ εκείνη ήταν ακόμη πεσμένη. Η μαμά ούρλιαζε παρακινώντας τους αστυνομικούς να τον κυνηγήσουν κι ανέμιζε ένα χαρτί φωνάζοντας πως έχει την επιμέλεια. Ο Μανώλης δεν καταλάβαινε τι στο καλό σήμαινε αυτό κι ούτε τον ένοιαζε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν ο μπαμπάς που τον έβλεπε να τρέχει προς το μέρος του. Τον έφτασε και γονάτισε για να ’ρθει στο ύψος του. Τον άρπαξε στην αγκαλιά του και τον σήκωσε ψηλά. Τον στριφογύρισε και τον έσφιξε πάνω του δυνατά. «Μανώλη μου! αγόρι μου!»
   «Μπαμπά!» Τα παιδικά δάκρυα μουσκεύουν το ριγέ πουκάμισο του πατέρα, που κυριολεκτικά κουρελιάζεται απ’ τη λυσσαλέα επίθεση των τριών γυναικών. Όμως εκείνος κρατά το παιδί σφιχτά και δεν έχει σκοπό να το αφήσει απ’ την αγκαλιά του. Έχει να το δει έξι μήνες. Ούτε κι εκείνο κατά πως φαίνεται σκοπεύει να τον αφήσει. Έχει τυλίξει με δύναμη τα ποδαράκια του γύρω απ’ τη μέση του κι έχει κυριολεκτικά γαντζωθεί με τα λερωμένα του νυχάκια στα πατρικά μπράτσα, που ’χουν γυμνωθεί καθώς κρέμονται τα σχισμένα μανίκια.
   Οι δυο αστυνομικοί πλησιάζουν, του ζητούν αυστηρά ν’ αφήσει κάτω το παιδί και προσπαθούν ν’ απομακρύνουν από πάνω του τις μαινόμενες γυναίκες. Εκείνες στέκονται γύρω τους ουρλιάζοντας κι ο Μανώλης αναρωτιέται τρομαγμένος γιατί συμβαίνει όλο αυτό. Ρωτά κλαίγοντας τον πατέρα την ώρα που οι αστυνομικοί τον αποσπούν απ’ την αγκαλιά του κι ύστερα ρωτά σκούζοντας τη μητέρα του καθώς τον σέρνει από το χέρι. Δεν παίρνει απάντηση. Κατά πως φαίνεται, οι μεγάλοι δεν έχουν όλες τις απαντήσεις.

   «Τα τρία γουρουνάκια, μόνα τους στο σπίτι, άκουσαν τα χτυπήματα και στάθηκαν πίσω από την πόρτα…»
   Ο Μανώλης ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ακούει τη μαμά να του διαβάζει το παραμύθι. Τα δάκρυα έχουν στεγνώσει πια στα μάτια του και μόνο μια διάχυτη θλίψη στο βλέμμα τους, αφήνει υπόνοιες πως δεν έχει ξεχάσει το πρωινό επεισόδιο έξω απ’ τα δικαστήρια.     
   «…Ο λύκος, είχε ζητήσει απ’ τα μυρμηγκάκια να του λειάνουν τη γλώσσα και να τη λεπτύνουν, για να μπορέσει να γίνει η φωνή του μαλακή και όμορφη όπως της μαμάς. “Σας παρακαλώ γουρουνάκια μου, ανοίξτε μου την πόρτα, είμαι η μαμά σας” προσπαθεί να τα ξεγελάσει. Κι εκείνα, κάνουν το λάθος και τον πιστεύουν. Δεν προλαβαίνουν όμως ν’ ανοίξουν την πόρτα κι ορμάει μέσα ο λύκος, μεγάααλος και κακός. Ανοίγει το στόμα με τα τεράααστια δόντια και κάνει τα γουρουνάκια, μια χαψιά».
   «Ααα μαμά! εγώ δε θ’ ανοίξω ποτέ στο λύκο!» ακούγεται η φωνή του Μανώλη κάτω απ’ την κουβέρτα που την έχει τραβήξει κι έχει σκεπάσει τρομαγμένος το κεφάλι του.            
   «Μα βέβαια, εσύ είσαι ένα έξυπνο παιδί…» Η μαμά σκύβει και τον φιλά  χαμογελώντας παράξενα. «…Είμαι σίγουρη πως δε θα το κάνεις… Καληνύχτα!»
   Βγαίνει σιγά απ’ το δωμάτιο ακροπατώντας κι ο Μανώλης μένει μόνος, κουκουλωμένος με την κουβέρτα του και την εικόνα του κακού λύκου να στοιχειώνει τα παιδικά του όνειρα.

   Ο πατέρας ρίχνει μια ματιά τριγύρω στην αυλή. Είναι σπαρμένη από τα υπολείμματα ενός κομματιασμένου βιολιού και της ξύλινης λουστραρισμένης θήκης του. Ό,τι απέμεινε, απ’ το δώρο γενεθλίων που είχε στείλει στο παιδί του πριν λίγες μέρες. Δρασκελά το διαλυμένο βιολί με τις ξεχαρβαλωμένες χορδές και παραμερίζει με την άκρη του παπουτσιού ένα απ’ τα σπασμένα “κλειδιά” του. Την πίκρα που φωλιάζει στην καρδιά του δεν την αφήνει να ξεχυθεί και να του δηλητηριάσει τη μέρα. Όχι σήμερα τουλάχιστον. Έχει έρθει αποφασισμένος να πάρει το Μανώλη μαζί του για το Σαββατοκύριακο, όπως έχει ορίσει το δικαστήριο. “Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο του μήνα”.
   Χθες που τηλεφώνησε στη γυναίκα του για να συνεννοηθεί μαζί της, εκείνη -πράγμα παράξενο- ούτε του ’κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα κατά το συνήθειο της, ούτε του ούρλιαξε να μην τολμήσει να πατήσει το πόδι του στην αυλή. Αντίθετα, μ’ ένα παράξενο γέλιο του είπε… καλώς να ορίσει για να μαζέψει τα “σκουπίδια” του. Σκουπίδι το αυστριακό χειροποίητο βιολί; Σκύβει στενάζοντας και μαζεύει το σπασμένο δοξάρι. Τώρα καταλαβαίνει το λόγο που δεν τον εμπόδισε να έρθει. Σίγουρα για να θριαμβολογήσει για το θλιβερό της κατόρθωμα, σαν θα τον έβλεπε να κρατά το κομματιασμένο βιολί. Ίσως και να τον κοίταζε τώρα, πίσω από κάποια τραβηγμένη κουρτίνα, χαμογελώντας χαιρέκακα.
   Μαζεύει τα κομμάτια του βιολιού και τα βάζει στην άκρη. Αν δεν διορθώνεται, θα αγοράσει ένα καινούργιο. Τα κομμάτια της καρδιάς του όμως, που ’ναι σκόρπια εδώ έξω, σ’ αυτή την αυλή, και ματώνουν περιμένοντας ν’ αντικρύσουν ένα παιδικό προσωπάκι, πώς να τα μαζέψει; Καταπίνει το πικρό συναίσθημα κι αποφασιστικά προχωρά και χτυπά την πόρτα.
   «Μαμά! ο μπαμπάς!» Ο Μανώλης πετιέται πάνω κι η φωνή του είναι γεμάτη ελπίδα και προσδοκία. Τώρα μάλιστα θα το επιβεβαιώσει. Σέρνει αλαφιασμένος ένα σκαμνί πίσω απ’ την πόρτα, σκαρφαλώνει και κοιτά απ’ το ματάκι. Ακούγεται ενθουσιασμένος. «Ο μπαμπάς μαμά, δε στο είπα; ο μπαμπάς!» και γίνεται ανυπόμονος. «Άνοιξε μαμά! φέρε τα κλειδιά!»
   Εκείνη πλησιάζει νυχοπατώντας. «Σ…σ…σ… δεν είναι ο μπαμπάς, κατέβα από κει».
   «Ο μπαμπάς είναι, αφού τον βλέπω!» ανοίγει έκπληκτος τα μάτια ο Μανώλης.
   Η μαμά τον κατεβάζει απ’ το σκαμνί. «Δεν είναι ο μπαμπάς… είναι ο κακός λύκος. Φόρεσε μια μάσκα που μοιάζει με τον μπαμπά…»
-          Ααα!
-          Μανώλη! Είσαι μέσα παιδί μου; άνοιξε, είμαι ο μπαμπάς!»
   «Ο μπαμπάς! Ο μπαμπάς μου είναι! ακούω τη φωνή του!» στριγκλίζει τώρα ο Μανώλης. «Κάνεις λάθος μαμά, άνοιξέ του!»
-          Σ…σ…σ… Σώπα μη σ’ ακούσει, ο κακός λύκος είναι, έκανε τη φωνή του ίδια με του μπαμπά σου για να σε ξεγελάσει…
-          Μανώλη! ήρθα να σε πάρω αγόρι μου για το Σαββατοκύριακο. Άνοιξε την πόρτα!
   «Όχι, αυτή είναι η φωνή του μπαμπά μου, την ξέρω εγώ!» πεισμώνει ο Μανώλης και χτυπά με μανία τα πόδια στο πάτωμα.
   Τώρα και τα χτυπήματα στην πόρτα γίνονται πιο δυνατά κι επίμονα. «Ανοίξτε μου! Μανώλη! Είμαι ο μπαμπάς, ήρθα να σε πάρω!»
-          Βλέπεις; βλέπεις με πόση μανία χτυπά την πόρτα; κοντεύει να τη ρίξει. Έκανε τη φωνή του ολόιδια με του μπαμπά σου και βιάζεται να σε πάρει. Μια χαψιά θα σε κάνει.
   Την κοιτά σαστισμένος. «Μαμά… μοιάζει πολύ η φωνή με του μπαμπά… Αν είναι στ’ αλήθεια ο μπαμπάς;» Η σιγουριά του παιδιού φαίνεται να κλονίστηκε.
-          Δεν είναι ο μπαμπάς, εκείνος δε σε θυμάται ποτέ για να έρθει. Ο κακός λύκος είναι. Θέλει να σ’ αρπάξει.
   Ο Μανώλης ξεφεύγει της μάνας του κι ανεβαίνει πάλι στο σκαμνί. Κοιτάζει με προσοχή απ’ το μάτι της πόρτας.
-           Μανώλη! Άνοιξε παιδί μου, δεν μ’ ακούς; ήρθα να σε πάρω! Ανοίξτε μου, ανοίξτε μου!
   Ο τόνος του σπαραγμού στη φωνή δεν μπορεί ν’ αναγνωρισθεί και ν’ αξιολογηθεί από την ανώριμη παιδική συνείδηση. Η φωνούλα του Μανώλη ακούγεται τώρα σιγανή και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν είναι φοβισμένη ή λυπημένη. «Πω! πω! Πόσο μοιάζει η μάσκα στον μπαμπά! ολόιδιος είναι… Κι η φωνή του λύκου… ίδια κι αυτή… ολόιδια με του μπαμπά!»

                                                         ΤΕΛΟΣ  
Ετσι αποσπούσαν τα παιδιά μου από εμένα : Δέστε και θαυμάστε δικαιοσύνη που δεν τιμώρησε τους εγκληματίες:

ΟΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ 
ΚΑΙ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟI: ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ ΝΟΜΟΥΣ, ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΚΤΕΛΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΝΤΕΣ ΝΟΜΟΥΣ, ΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ, ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΒΛΑΚΕΙΑ ΤΟΥΣ, ΟΙ ΨΥΧΟΛΟΓΟΙ, ΨΥΧΙΑΤΡΟΙ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΠΟΥ ΨΑΧΝΟΥΝ ΘΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΙ, ΟΙ ΨΥΧΟΠΑΘΕΙΣ ΓΟΝΕΙΣ.
ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ, ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΧΟΥΝ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΤΕΙ ΜΕ ΤΕΤΟΙΟ ΑΝΩΜΑΛΟ ΤΡΟΠΟ?
 Ο ΛΥΚΟΣ
(Ελένη Βεζύρογλου, συγγραφέας)
   Ο Μανώλης κλαίει. Χοντρά τρομαγμένα δάκρυα κυλούν στα μουτζουρωμένα του μάγουλα και λερώνουν το ριγέ γιακά του πουκαμίσου του μπαμπά του καθώς σφίγγει το μουτράκι του πάνω στο δυνατό αντρικό λαιμό. Τα νυχάκια του λερωμένα απ’ το χώμα όπου κυλιόταν πριν λίγα λεπτά, χώνονται στα μπράτσα του μπαμπά καθώς γαντζώνεται πάνω του απελπισμένα. Οι φωνές και τα ουρλιαχτά των τριών γυναικών που έχουν ορμήσει πάνω τους και προσπαθούν να τον αποσπάσουν απ’ την πατρική αγκαλιά, κομματιάζουν κάθε έννοια ασφάλειας που θα ’πρεπε κανονικά να νοιώθει μες στη ζεστασιά της. Στα τέσσερα μόλις χρόνια της ζωής του δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει και γιατί η μαμά και οι δυο ετεροθαλείς αδερφές του προσπαθούν να τον τραβήξουν ανάμεσα απ’ τα μπράτσα που εκείνος νοιώθει τόσο ευτυχισμένος όταν είναι τυλιγμένα γύρω του.
   Βρίσκονται σ’ εκείνο το μέρος που το λένε “δικαστήριο” κι έχει ακούσει τη μαμά να μιλάει πολλές φορές οργισμένη γι αυτό και δεν καταλαβαίνει το λόγο, το δικαστήριο  είναι ένα καλό μέρος, γιατί εκεί τουλάχιστον μπορεί να δει τον μπαμπά. Να, σήμερα, λίγο πριν ανέβουν τις σκάλες του κτιρίου, τον είχε δει να έρχεται κι εκείνος τον είχε φωνάξει ανοίγοντας την αγκαλιά του. Άφησε το χέρι της μαμάς κι έτρεξε γεμάτος λαχτάρα να χωθεί ανάμεσα στα ανοιχτά μπράτσα που τον καλούσαν. Η μεγάλη του αδελφή προσπάθησε να τον εμποδίσει. Όμως εκείνος πήγαινε σφαίρα με τα μικροσκοπικά του adidas. Πήδησε μέσα στο μεγάλο παρτέρι με τα λουλούδια κι έτρεχε γρήγορα ανάμεσά τους. Πίστεψε πως η αδελφή του δε θα μπορούσε να τον ακολουθήσει εκεί μέσα, βυθίζοντας τα τακούνια της στο χώμα. Έκανε λάθος. Εκείνη τον πρόφτασε και τον άρπαξε. Έπεσαν στο χώμα. Πάλεψε με μανία να της ξεφύγει. «Άσε με, άσε με, θέλω να πάω στο μπαμπά!» Πετάχτηκε όρθιος κι έτρεξε πάλι, ενώ εκείνη ήταν ακόμη πεσμένη. Η μαμά ούρλιαζε παρακινώντας τους αστυνομικούς να τον κυνηγήσουν κι ανέμιζε ένα χαρτί φωνάζοντας πως έχει την επιμέλεια. Ο Μανώλης δεν καταλάβαινε τι στο καλό σήμαινε αυτό κι ούτε τον ένοιαζε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν ο μπαμπάς που τον έβλεπε να τρέχει προς το μέρος του. Τον έφτασε και γονάτισε για να ’ρθει στο ύψος του. Τον άρπαξε στην αγκαλιά του και τον σήκωσε ψηλά. Τον στριφογύρισε και τον έσφιξε πάνω του δυνατά. «Μανώλη μου! αγόρι μου!»
   «Μπαμπά!» Τα παιδικά δάκρυα μουσκεύουν το ριγέ πουκάμισο του πατέρα, που κυριολεκτικά κουρελιάζεται απ’ τη λυσσαλέα επίθεση των τριών γυναικών. Όμως εκείνος κρατά το παιδί σφιχτά και δεν έχει σκοπό να το αφήσει απ’ την αγκαλιά του. Έχει να το δει έξι μήνες. Ούτε κι εκείνο κατά πως φαίνεται σκοπεύει να τον αφήσει. Έχει τυλίξει με δύναμη τα ποδαράκια του γύρω απ’ τη μέση του κι έχει κυριολεκτικά γαντζωθεί με τα λερωμένα του νυχάκια στα πατρικά μπράτσα, που ’χουν γυμνωθεί καθώς κρέμονται τα σχισμένα μανίκια.
   Οι δυο αστυνομικοί πλησιάζουν, του ζητούν αυστηρά ν’ αφήσει κάτω το παιδί και προσπαθούν ν’ απομακρύνουν από πάνω του τις μαινόμενες γυναίκες. Εκείνες στέκονται γύρω τους ουρλιάζοντας κι ο Μανώλης αναρωτιέται τρομαγμένος γιατί συμβαίνει όλο αυτό. Ρωτά κλαίγοντας τον πατέρα την ώρα που οι αστυνομικοί τον αποσπούν απ’ την αγκαλιά του κι ύστερα ρωτά σκούζοντας τη μητέρα του καθώς τον σέρνει από το χέρι. Δεν παίρνει απάντηση. Κατά πως φαίνεται, οι μεγάλοι δεν έχουν όλες τις απαντήσεις.

   «Τα τρία γουρουνάκια, μόνα τους στο σπίτι, άκουσαν τα χτυπήματα και στάθηκαν πίσω από την πόρτα…»
   Ο Μανώλης ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ακούει τη μαμά να του διαβάζει το παραμύθι. Τα δάκρυα έχουν στεγνώσει πια στα μάτια του και μόνο μια διάχυτη θλίψη στο βλέμμα τους, αφήνει υπόνοιες πως δεν έχει ξεχάσει το πρωινό επεισόδιο έξω απ’ τα δικαστήρια.     
   «…Ο λύκος, είχε ζητήσει απ’ τα μυρμηγκάκια να του λειάνουν τη γλώσσα και να τη λεπτύνουν, για να μπορέσει να γίνει η φωνή του μαλακή και όμορφη όπως της μαμάς. “Σας παρακαλώ γουρουνάκια μου, ανοίξτε μου την πόρτα, είμαι η μαμά σας” προσπαθεί να τα ξεγελάσει. Κι εκείνα, κάνουν το λάθος και τον πιστεύουν. Δεν προλαβαίνουν όμως ν’ ανοίξουν την πόρτα κι ορμάει μέσα ο λύκος, μεγάααλος και κακός. Ανοίγει το στόμα με τα τεράααστια δόντια και κάνει τα γουρουνάκια, μια χαψιά».
   «Ααα μαμά! εγώ δε θ’ ανοίξω ποτέ στο λύκο!» ακούγεται η φωνή του Μανώλη κάτω απ’ την κουβέρτα που την έχει τραβήξει κι έχει σκεπάσει τρομαγμένος το κεφάλι του.            
   «Μα βέβαια, εσύ είσαι ένα έξυπνο παιδί…» Η μαμά σκύβει και τον φιλά  χαμογελώντας παράξενα. «…Είμαι σίγουρη πως δε θα το κάνεις… Καληνύχτα!»
   Βγαίνει σιγά απ’ το δωμάτιο ακροπατώντας κι ο Μανώλης μένει μόνος, κουκουλωμένος με την κουβέρτα του και την εικόνα του κακού λύκου να στοιχειώνει τα παιδικά του όνειρα.

   Ο πατέρας ρίχνει μια ματιά τριγύρω στην αυλή. Είναι σπαρμένη από τα υπολείμματα ενός κομματιασμένου βιολιού και της ξύλινης λουστραρισμένης θήκης του. Ό,τι απέμεινε, απ’ το δώρο γενεθλίων που είχε στείλει στο παιδί του πριν λίγες μέρες. Δρασκελά το διαλυμένο βιολί με τις ξεχαρβαλωμένες χορδές και παραμερίζει με την άκρη του παπουτσιού ένα απ’ τα σπασμένα “κλειδιά” του. Την πίκρα που φωλιάζει στην καρδιά του δεν την αφήνει να ξεχυθεί και να του δηλητηριάσει τη μέρα. Όχι σήμερα τουλάχιστον. Έχει έρθει αποφασισμένος να πάρει το Μανώλη μαζί του για το Σαββατοκύριακο, όπως έχει ορίσει το δικαστήριο. “Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο του μήνα”.
   Χθες που τηλεφώνησε στη γυναίκα του για να συνεννοηθεί μαζί της, εκείνη -πράγμα παράξενο- ούτε του ’κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα κατά το συνήθειο της, ούτε του ούρλιαξε να μην τολμήσει να πατήσει το πόδι του στην αυλή. Αντίθετα, μ’ ένα παράξενο γέλιο του είπε… καλώς να ορίσει για να μαζέψει τα “σκουπίδια” του. Σκουπίδι το αυστριακό χειροποίητο βιολί; Σκύβει στενάζοντας και μαζεύει το σπασμένο δοξάρι. Τώρα καταλαβαίνει το λόγο που δεν τον εμπόδισε να έρθει. Σίγουρα για να θριαμβολογήσει για το θλιβερό της κατόρθωμα, σαν θα τον έβλεπε να κρατά το κομματιασμένο βιολί. Ίσως και να τον κοίταζε τώρα, πίσω από κάποια τραβηγμένη κουρτίνα, χαμογελώντας χαιρέκακα.
   Μαζεύει τα κομμάτια του βιολιού και τα βάζει στην άκρη. Αν δεν διορθώνεται, θα αγοράσει ένα καινούργιο. Τα κομμάτια της καρδιάς του όμως, που ’ναι σκόρπια εδώ έξω, σ’ αυτή την αυλή, και ματώνουν περιμένοντας ν’ αντικρύσουν ένα παιδικό προσωπάκι, πώς να τα μαζέψει; Καταπίνει το πικρό συναίσθημα κι αποφασιστικά προχωρά και χτυπά την πόρτα.
   «Μαμά! ο μπαμπάς!» Ο Μανώλης πετιέται πάνω κι η φωνή του είναι γεμάτη ελπίδα και προσδοκία. Τώρα μάλιστα θα το επιβεβαιώσει. Σέρνει αλαφιασμένος ένα σκαμνί πίσω απ’ την πόρτα, σκαρφαλώνει και κοιτά απ’ το ματάκι. Ακούγεται ενθουσιασμένος. «Ο μπαμπάς μαμά, δε στο είπα; ο μπαμπάς!» και γίνεται ανυπόμονος. «Άνοιξε μαμά! φέρε τα κλειδιά!»
   Εκείνη πλησιάζει νυχοπατώντας. «Σ…σ…σ… δεν είναι ο μπαμπάς, κατέβα από κει».
   «Ο μπαμπάς είναι, αφού τον βλέπω!» ανοίγει έκπληκτος τα μάτια ο Μανώλης.
   Η μαμά τον κατεβάζει απ’ το σκαμνί. «Δεν είναι ο μπαμπάς… είναι ο κακός λύκος. Φόρεσε μια μάσκα που μοιάζει με τον μπαμπά…»
-          Ααα!
-          Μανώλη! Είσαι μέσα παιδί μου; άνοιξε, είμαι ο μπαμπάς!»
   «Ο μπαμπάς! Ο μπαμπάς μου είναι! ακούω τη φωνή του!» στριγκλίζει τώρα ο Μανώλης. «Κάνεις λάθος μαμά, άνοιξέ του!»
-          Σ…σ…σ… Σώπα μη σ’ ακούσει, ο κακός λύκος είναι, έκανε τη φωνή του ίδια με του μπαμπά σου για να σε ξεγελάσει…
-          Μανώλη! ήρθα να σε πάρω αγόρι μου για το Σαββατοκύριακο. Άνοιξε την πόρτα!
   «Όχι, αυτή είναι η φωνή του μπαμπά μου, την ξέρω εγώ!» πεισμώνει ο Μανώλης και χτυπά με μανία τα πόδια στο πάτωμα.
   Τώρα και τα χτυπήματα στην πόρτα γίνονται πιο δυνατά κι επίμονα. «Ανοίξτε μου! Μανώλη! Είμαι ο μπαμπάς, ήρθα να σε πάρω!»
-          Βλέπεις; βλέπεις με πόση μανία χτυπά την πόρτα; κοντεύει να τη ρίξει. Έκανε τη φωνή του ολόιδια με του μπαμπά σου και βιάζεται να σε πάρει. Μια χαψιά θα σε κάνει.
   Την κοιτά σαστισμένος. «Μαμά… μοιάζει πολύ η φωνή με του μπαμπά… Αν είναι στ’ αλήθεια ο μπαμπάς;» Η σιγουριά του παιδιού φαίνεται να κλονίστηκε.
-          Δεν είναι ο μπαμπάς, εκείνος δε σε θυμάται ποτέ για να έρθει. Ο κακός λύκος είναι. Θέλει να σ’ αρπάξει.
   Ο Μανώλης ξεφεύγει της μάνας του κι ανεβαίνει πάλι στο σκαμνί. Κοιτάζει με προσοχή απ’ το μάτι της πόρτας.
-           Μανώλη! Άνοιξε παιδί μου, δεν μ’ ακούς; ήρθα να σε πάρω! Ανοίξτε μου, ανοίξτε μου!
   Ο τόνος του σπαραγμού στη φωνή δεν μπορεί ν’ αναγνωρισθεί και ν’ αξιολογηθεί από την ανώριμη παιδική συνείδηση. Η φωνούλα του Μανώλη ακούγεται τώρα σιγανή και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν είναι φοβισμένη ή λυπημένη. «Πω! πω! Πόσο μοιάζει η μάσκα στον μπαμπά! ολόιδιος είναι… Κι η φωνή του λύκου… ίδια κι αυτή… ολόιδια με του μπαμπά!»

                                                         ΤΕΛΟΣ  
Ετσι αποσπούσαν τα παιδιά μου από εμένα : Δέστε και θαυμάστε δικαιοσύνη που δεν τιμώρησε τους εγκληματίες:
ΟΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ 
ΚΑΙ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟI: ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ ΝΟΜΟΥΣ, ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΚΤΕΛΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΝΤΕΣ ΝΟΜΟΥΣ, ΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ, ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΒΛΑΚΕΙΑ ΤΟΥΣ, ΟΙ ΨΥΧΟΛΟΓΟΙ, ΨΥΧΙΑΤΡΟΙ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΠΟΥ ΨΑΧΝΟΥΝ ΘΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΙ, ΟΙ ΨΥΧΟΠΑΘΕΙΣ ΓΟΝΕΙΣ.
ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ, ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΧΟΥΝ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΤΕΙ ΜΕ ΤΕΤΟΙΟ ΑΝΩΜΑΛΟ ΤΡΟΠΟ?