Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

ΤΖΑΜΑΛΟΥΚΑ Γ: 'Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΗ ΣΧΕΣΗ'

Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΗ ΣΧΕΣΗ

Δρ. ΤΖΑΜΑΛΟΥΚΑ ΓΕΩΡΓΙΑ
ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,
ΤΕΙ ΚΡΗΤΗΣ

Άμεση – Έμμεση επιθετικότητα
Δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί τα τελευταία 20 χρόνια, ιδιαίτερα από τον Straus (1979) που χρησιμοποίησε την Conflict Tactics Scale, υποστηρίζουν ξεκάθαρα την δυαδική φύση της βίας στις στενές σχέσεις. Στην ίδια κατεύθυνση παρουσιάζονται και τα ευρήματα των Archer, (2000), Stets & Straus, (1989) και Sugarman & Hotaling, (1989). Τα ευρήματα μάλιστα του Archer (2000), εξήγειραν την κατάκριση του φεμινιστικού κινήματος, γιατί «ο συγγραφέας υπονομεύει τις κοινωνικές προσπάθειες εκρίζωσης της βίας κατά των γυναικών» με το να τις θεωρεί συμμέτοχες στον ίδιο βαθμό με τους άνδρες στην βία του ζευγαριού.
Ο Straus, (1979) προτείνει την συναισθηματική και την λεκτική βία. Οι δύο αυτές μορφές κακοποίησης έχουν πρόθεση να πληγώσουν, να επιτεθούν ή να ελέγξουν τον αποδέκτη αυτής της συμπεριφοράς. Η λεκτική κακοποίηση είναι η χρήση λέξεων για επίθεση, πλήγωμα κάποιου, κυριαρχία και έλεγχος καθώς και η πρόθεση να πειστεί κάποιος ώστε να πιστέψει κάτι που είναι ψέμα και επιβλαβές.
Η συναισθηματική κακοποίηση χρησιμοποιεί συχνά λεκτική κακοποίηση ώστε να πληγώσει το θύμα, αλλά χρησιμοποιεί επίσης και άλλους τρόπους, όπως ψυχολογικά ελεγχόμενες συμπεριφορές (Psychological Maltreatment of Women Inventory; Tolman, 1989; 1999)
Η συναισθηματική κακοποίηση έχει πολλά κοινά με την λεκτική κακοποίηση στο σημείο που και οι δύο μορφές κακοποίησης έχουν πρόθεση να πληγώσουν, να επιτεθούν ή να ελέγξουν τον αποδέκτη αυτής της συμπεριφοράς.

Μερικοί από αυτούς τους τρόπους περιγράφονται παρακάτω.:
• Κυριαρχία από τον επιτιθέμενο, που τακτοποιεί έτσι το περιβάλλον ώστε να είναι πάντα ο άλλος/ άλλη υπό έλεγχο.
• Εκφοβισμός ο οποίος παίζει με την ενοχή, τον φόβο, τον οίκτο του θύματος και χρησιμεύει στο να κάνει το θύμα να συμπεριφέρεται με τρόπους που είναι αντίθετοι από τις επιθυμίες και τις προσδοκίες που αυτό μπορεί να έχει.
• Παράλογες απαιτήσεις οι οποίες αν και ικανοποιούνται ποτέ δεν είναι αρκετό. Το θύμα αισθάνεται ένοχο γιατί ποτέ δεν εκπληρώνει τέλεια τις ανάγκες του θύτη.
• Απρόβλεπτες αντιδράσεις οι οποίες μπορεί να είναι δραστικές αλλαγές διάθεσης ή ξαφνικά συναισθηματικά ξεσπάσματα.
Η συναισθηματική κακοποίηση ιδιαίτερα, σύμφωνα με το NorAQ (Norvold Αbuse Questionnaire) που χρησιμοποίησαν οι Wijma et al, (2003) σε μια διαπολιτισμική έρευνα στις Σκανδιναβικές Χώρες (Δανία, Φινλανδία, Ισλανδία, Νορβηγία και Σουηδία), περιέλαβε τις ήπιες, μέτριες, και σοβαρές παραμέτρους από συμπεριφορές όπως συστηματική καταπίεση, υποβιβασμό, υποτίμηση, απειλές, περιορισμό επαφών, ολοκληρωτικό έλεγχο, και σοβαρές απειλές για μακρόχρονες περιόδους.
Τέλος, η «συναισθηματική επιθετικότητα» περιγράφεται από τον (Berkowitz, 1993), ως «πράξεις πληγώματος του άλλου, παρορμητικές συμπεριφορές, στρίμωγμα και χειρισμός, συνήθως μάλιστα σαν αντίδραση σε δυσάρεστες καταστάσεις».
Όσον αφορά στη δυναμική του ζευγαριού, οι Reis, Collins, και Berscheid (2000), ανέπτυξαν πρόσφατα την θεωρία ότι όσο οι σχέσεις γίνονται στενότερες και διαρκέστερες τόσο τα ζευγάρια οδηγούνται από την απώθηση των αρνητικών συναισθημάτων προς τον σύντροφο, στην εξωτερίκευση και των θετικών και των αρνητικών συναισθημάτων. Ο καθοριστικός παράγοντας σε μια σχέση είναι «αυτή καθαυτή η συν- κινητική της έννοια». (Reis et al. 2000). Οι Stets & Pirog-Good (1987b), βρήκαν επίσης ότι η χρήση βίας καθώς και η αποδοχή βίας σχετίζονται θετικά με την αυξανόμενη διάρκεια της σχέσης.
Τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνεται η προσοχή στη διάκριση μορφών επιθετικότητας σύμφωνα με τις οποίες ο δράστης ζημιώνει το πρόσωπο - στόχο χαλώντας ή επηρεάζοντας τις σχέσεις του / της, χωρίς να κάνει ανοιχτές (φυσικές ή λεκτικές) επιθέσεις.
Όταν άρχισαν να παράγονται έρευνες για τα έμμεσα σχήματα επιθετικότητας ήταν κοινός τόπος ότι ενώ τα αγόρια ήσαν πιο άμεσα επιθετικά από τα κορίτσια (φυσικά και / ή λεκτικά), τα κορίτσια σε αντιδιαστολή χρησιμοποιούν πιο έμμεσες μορφές επιθετικότητας από τα αγόρια ( Crick et al. 1997, Crick and Grotpterer, 1995, Salmivalli et al. 2000).
Μορφές έμμεσης κοινωνικής επιθετικότητας είναι το να απορρίπτεις ένα άτομο από μια ομάδα, η δυσφήμιση ενός άλλου προσώπου με κουτσομπολιά και στέρηση συναισθήματος. (Cairns et al. 1989). Να λες ψέματα πίσω από την πλάτη κάποιου, να φιλονικείς, να κρατάς μούτρα και να κατσουφιάζεις. Είναι μια πλάγια συμπεριφορά, ενάντια στο άλλο πρόσωπο και έχει πρόθεση να βλάψει. (Richardson, Green, 1999).
Το μοντέλο της κοινωνικής απειλής υποστηρίζει ότι αν και οι άνδρες μπορούν να εκφράζουν πιο ελεύθερα την επιθετικότητά τους απ’ ότι οι γυναίκες, παρ’ όλα αυτά, περιορίζουν (την επιθετικότητά τους) καθώς προσεγγίζουν την ενηλικίωση και γίνονται περισσότερο συνειδητά κοινωνικοί . Ο Harris.M , (1996) επίσης βρήκε αρνητική σχέση ανάμεσα στην ηλικία και την επιθετικότητα.

Η βία στις διαπροσωπικές σχέσεις
Τα πράγματα είχαν αλλάξει αισθητά στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όπου η ψυχολογία και η ψυχιατρική, αντιμετώπιζαν την κακοποίηση σαν ένα σύμπτωμα της ψυχοπαθολογίας του θύτη.
Εάν υποθέσουμε όμως ότι η άσκηση βίας ανήκει στην ατομική παθολογία, τότε η ερώτηση του ποιος εισάγει την βία στο ζευγάρι γίνεται σημαντική ως προς την έρευνα για την βία και στην συνέχεια την θεραπευτική πρακτική. Ωστόσο εάν πρόκειται για ένα ζευγάρι που είναι βίαιο, τότε πρέπει μάλλον να επικεντρωθούμε στην λειτουργία του ζευγαριού.
Σήμερα σημαντικά ευρήματα προτείνουν ότι η επικέντρωση θα πρέπει να γίνεται στην δυαδική σχέση (με δύο συμμετέχοντες) στην βία, παρά στην μόνιμη αναγνώριση των ανδρών «θυτών» και των γυναικών «θυμάτων». Παρ’ όλο όμως που και οι γυναίκες οπωσδήποτε μπορούν να κακοποιούν ψυχολογικά τους αρσενικούς συντρόφους τους, ωστόσο είναι η ψυχολογική κακοποίηση που ασκούν οι άνδρες μέρος ενός ευρύτερου προτύπου κυριαρχίας και ελέγχου (Schumacher J. et.al, 2001).
H Διερεύνηση των θεμάτων του οικογενειακού περιβάλλοντος των Moos, & Moos (1986) έδειξε ότι η κλίμακα των συγκρούσεων αντανακλά την παρουσία περισσότερων διαπληκτισμών στην οικογένεια (οι οποίοι συχνά συνοδεύουν εκτόξευση αντικειμένων από τα μέλη της οικογένειας), κατάκριση και έλλειψη προσπάθειας να λυθούν οι συγκρούσεις όταν ξεκινούν. Η έλλειψη συνάφειας δείχνει ότι τα μέλη της οικογένειας ενδιαφέρονται λίγο ο ένας για τον άλλον και δεν δείχνουν να έχουν κατανοήσει την έννοια του «μαζί».
Μέχρι στιγμής έχουν διερευνηθεί δείκτες επικινδυνότητας που αφορούν στην βία που υπάρχει στις ερωτικές συναντήσεις των εφήβων, όπως η κατάχρηση αλκοόλ, η χρήση ναρκωτικών, η οδήγηση κάτω από επιρροή ουσιών καθώς και η ερωτική ασυδοσία (Gover A., 2004).
Παρ’ όλη την ύπαρξη, ωστόσο, λογικά αποδεκτών μετρήσεων της ψυχολογικής κακοποίησης καθώς και της επιθετικότητας, δεν υπάρχει ομοφωνία για το τι είναι ψυχολογική κακοποίηση και τι όχι. Αυτό έχει εμποδίσει την έρευνα στο να αναπτύξει μια θεωρία που να κατευθύνεται σε προγνωστικούς δείκτες επικινδυνότητας για μια σχέση στην οποία υπάρχει ψυχολογική κακοποίηση. (Schumacher J. et al., 2001).
Κατά συνέπεια, παρ’ όλο που είναι γνωστό ότι η ύπαρξη συντρόφου με ψυχολογική επιθετικότητα, προλέγει ότι αυτός θα είναι ένας σύντροφος με φυσική επιθετικότητα (Dutton, 1995; Dutton et al. 1996; Murphy & O’ Leary, 1989), ωστόσο πολύ λίγα είναι γνωστά για τους προγνωστικούς δείκτες αυτής καθαυτής της ψυχολογικής επιθετικότητας.

Αντικείμενο της εργασίας και υποθέσεις
• Να εκτιμήσει σε ποια συχνότητα οι γυναίκες ευθύνονται στην άσκηση βίας.
• Να μελετήσει τη σχέση των βιωμάτων κακοποίησης στην παιδική ηλικία με την άσκηση βίας ενάντια στο σύντροφο στην ενήλικη ζωή

Εξετάζονται οι υποθέσεις:
• Οι γυναίκες συγκρινόμενες με τους ερωτικούς τους συντρόφους παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες να ασκήσουν εναντίον τους πράξεις βίας.
• Οι γυναίκες που βίωσαν κάποια μορφή κακοποίησης στην παιδική ηλικία έχουν αυξημένες πιθανότητες να ασκήσουν κακοποίηση στους συντρόφους τους.

Ο σχεδιασμός του δείγματος
Τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2003, και Απρίλιο και Μάιο 2004 μελετήθηκε ένα δείγμα 1102 ενηλίκων, ηλικίας 18 έως 65 ετών, κατοίκων αστικών και ημιαστικών κέντρων της Ελλάδας με κριτήρια επιλογής την ηλικία, την εθνικότητα και την ύπαρξη σχέσης με μόνιμη συμβίωση για ένα τουλάχιστον έτος (Πίνακας 1).

Πίνακας 1. Κατανομή των ερωτηθέντων ως προς το κοινωνιολογικό
τους προφίλ

Μεταβλητές N %
Φύλο
Άνδρες 521 46,4
Γυναίκες 601 53,6
Οικογενειακή κατάσταση
Άγαμοι 302 27
Έγγαμοι 742 66
Άλλο 78 7
Επάγγελμα
Επιστήμονες, Ελεύθεροι επαγγελματίες κ.ά. 204 18,2
Έμποροι, εμπορικοί υπάλληλοι 94 26,6
Υπάλληλοι γραφείου 195 17,4
Απασχολούμενοι στην παροχή υπηρεσιών 170 15,2
Εργάτες, Τεχνίτες, αγρότες κ.ά. 129 11,5
Οικιακά 166 14,8
Φοιτητές 111 9,9
Άνεργοι κ.ά. 52 4,6
Μ.Τ Σ.Α
Ηλικία 36 11
Έτη σπουδών 12,2 4
Έτη συμβίωσης 11,3 10,3
Αριθμός παιδιών 1,3 1,4

Μέθοδοι συλλογής πληροφοριών:
Με σκοπό να αποφευχθούν ενδεχόμενα σφάλματα την έρευνα πραγματοποίησαν δύο ομάδες Κοινωνικών Λειτουργών που είχαν λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση και οι οποίοι εποπτεύονταν από τους καθηγητές τους.
Σχεδιάστηκε ένα ερωτηματολόγιο, εύκολο να απαντηθεί, με κλειστές ερωτήσεις και ζητήθηκε συναίνεση για εθελοντική συμμετοχή από όλα τα άτομα πριν από την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου και αφού είχαν πληροφορηθεί για τους σκοπούς της έρευνας.
Υπαγορεύτηκαν γενικές οδηγίες για την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου. Διασφαλίστηκε η προστασία των δικαιωμάτων της ανωνυμίας και της εμπιστευτικότητας των συμμετεχόντων και, τέλος, έγινε έλεγχος ποιότητας για την εγκυρότητα, με τυχαία επιλογή, του 10% επί του συνόλου των συμπληρωμένων ερωτηματολογίων. Επίσης, κάθε ερωτηματολόγιο ελέγχθηκε λεπτομερειακά για να εντοπιστούν ενδεχόμενα προβλήματα, π.χ. άρνηση απαντήσεων κλπ.

Κοινωνικο-δημογραφικές και κοινωνικο-οικονομικές μεταβλητές
Το πρώτο μέρος περιείχε ερωτήσεις που κατέγραφαν το κοινωνιολογικό προφίλ των ερωτώμενων π.χ. φύλο, ηλικία, έτη σπουδών, επάγγελμα, οικογενειακή κατάσταση, αριθμός παιδιών και έτη συμβίωσης με τον/την τωρινό/η σύντροφο.

Συμπεριφορές Κακομεταχείρισης
Οι συμπεριφορές κακομεταχείρισης εκτιμήθηκαν με 64 ερωτήσεις στο δεύτερο μέρος του ερωτηματολογίου σε 4 διαφορετικά επίπεδα:
1ο επίπεδο) της λεκτικής βίας, το οποίο περιέλαβε 10 μεταβλητές που εκτιμούσαν τη συχνότητα με την οποία οι ερωτώμενοι, στις καθημερινές τους σχέσεις με το άλλο φύλο (είτε ως θύματα είτε ως θύτες), αντιμετωπίζουν καταστάσεις όπως:
«προσβολές (π.χ. για στοιχεία του χαρακτήρα, για το παρελθόν, την καταγωγή κλπ.)», «απαγόρευση δραστηριοτήτων εξέλιξης (π.χ. κοινωνική εξέλιξη, επαγγελματική κλπ.)», «γκρίνιες, παράπονα (π.χ. για τα οικονομικά, τις δραστηριότητες κλπ.)»,
2ο επίπεδο) της απαξίωσης ταπείνωσης, το οποίο περιέλαβε 12 μεταβλητές που μετρούσαν τη συχνότητα με την οποία οι ερωτώμενοι, στις καθημερινές τους σχέσεις με το άλλο φύλο (είτε ως θύματα είτε ως θύτες), εμπλέκονται σε καταστάσεις όπως:
«Δημόσια ταπείνωση», «Κριτική δεξιοτήτων νοικοκυριού, μαγειρικής, κλπ», «Φέρσιμό απέναντί σας ως υπηρέτης/τρια», «Συνεχείς διαφωνίες σε καθημερινά θέματα», «Απαξίωσή σας ως σύντροφος/γονέας», «Αποκλεισμός από τη λήψη αποφάσεων», «Υποχρέωση να λέτε ό,τι ο/η άλλος θέλει να ακούσει», «Επιθετικό χιούμορ», «Χρησιμοποίηση βλεμμάτων, πράξεων, χειρονομιών, φωνών, ύβρεων, ή κατάρων για την ανάπτυξη φόβου», «Χρησιμοποίηση της σιωπής ως όπλο», «Ανικανότητα ή άρνηση επικοινωνίας», «Απουσία εκδήλωσης συναισθήματος».
3ο επίπεδο) της ψυχολογικής βίας
4ο επίπεδο) της φυσικής (σωματική και σεξουαλική) βίας.
Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν σε όλες τις παραπάνω μεταβλητές, πόσο συχνά οι ίδιοι υιοθετούν τις περιγραφόμενες συμπεριφορές, καθώς επίσης, πόσο συχνά οι σύντροφοί τους, τους συμπεριφέρονται με αυτόν τον ίδιο τρόπο. Οι απαντήσεις που έδιναν κυμαίνονταν (σε κλίμακα τύπου Likert) από 0=ποτέ έως 3=πολύ συχνά.

Στατιστική Ανάλυση
Παρουσιάζονται:
1) οι απλές κατανομές των ερωτηθέντων ως προς τα κοινωνικο-δημογραφικά τους χαρακτηριστικά.
2) οι συσχετίσεις φύλου και επιθετικότητας για 6 μεταβλητές, όπου οι γυναίκες βρέθηκε να ασκούν περισσότερη βία στους συντρόφους τους σε στατιστικά σημαντικά επίπεδα (Ρ<0,05)
3) οι συσχετίσεις των 6 αυτών μεταβλητών επιθετικότητας με βιώματα κακομεταχείρισης στην παιδική ηλικία(Ρ<0,05).

Αποτελέσματα
Η έρευνα έδειξε ότι:
Και τα δύο φύλα ανέφεραν επιθετικότητα ο ένας απέναντι στον άλλο σε όλες (και στις 64) συμπεριφορές για τις οποίες ρωτήθηκαν
Σε 27 συμπεριφορές η βία δηλώθηκε ότι ασκείται από τουλάχιστον 1 στους 3 ερωτώμενους ανεξάρτητα από το φύλο
Από τις 27 αυτές συμπεριφορές οι γυναίκες ανέφεραν στις 6 από αυτές, σε στατιστικά σημαντικά επίπεδα, υψηλότερη επιθετικότητα από τους άνδρες (Πίνακας 2)
Πίνακας 2. Δηλωθείσες επιθετικές συμπεριφορές των γυναικών απέναντι στους συντρόφους τους σε στατιστικά σημαντικά επίπεδα (%)

Μεταβλητές Πολύ συχνά Συχνά Σπάνια Ποτέ P
1 Εκφράζω στον σύντροφό μου γκρίνιες, παράπονα (π.χ. για τα οικονομικά, τις δραστηριότητές σας κλπ.) 68 67 50 45 ***
2 Τον κατηγορώ, του αποδίδω ευθύνες, ενοχές (π.χ. για λάθη, παραλείψεις, λογαριασμούς κλπ) 80 58 53 50 ***
3 Επικαλούμαι το συναίσθημα μετά από σύγκρουση ή καυγά (π.χ. κλάμα, μετάνοια, δώρα, αλλαγή συμπεριφοράς κλπ.) 67 60 53 47 ***
4 Τον υποχρεώνω να μου λέει ό,τι θέλω να ακούσω 66 56 49 53 **
5 Αποφεύγω να του εκδηλώνω τα συναισθήματά μου 81 55 51 53 **
6 Του εκφράζω υπερβολική έλλειψη εμπιστοσύνης (π.χ. μόνιμη έκφραση δυσπιστίας, καχυποψίας για πράξεις…) 64 70 57 51 **

Οι 6 αυτές βίαιες συμπεριφορές σχετίζονται με βιώματα κακοποίησης στην παιδική ηλικία των γυναικών κατά δήλωσή τους (Πίνακας 3).

Πίνακας 3. Αναφορές επιθετικής συμπεριφοράς προς τους συντρόφους τους, γυναικών με βιώματα παιδικής κακοποίησης σε στατιστικά σημαντικά επίπεδα (%)

Μεταβλητές Πολύ συχνά Συχνά Σπάνια Ποτέ P
1 Εκφράζω στον σύντροφό μου γκρίνιες, παράπονα (π.χ. για τα οικονομικά, τις δραστηριότητές σας κλπ.) 44 63 50 35 ***
2 Τον κατηγορώ, του αποδίδω ευθύνες, ενοχές (π.χ. για λάθη, παραλείψεις, λογαριασμούς κλπ) 64 62 52 37 ***
3 Επικαλούμαι το συναίσθημα μετά από σύγκρουση ή καυγά (π.χ. κλάμα, μετάνοια, δώρα, αλλαγή συμπεριφοράς κλπ.) 54 65 52 35 ***
4 Τον υποχρεώνω να μου λέει ό,τι θέλω να ακούσω 55 66 60 44 ***
5 Αποφεύγω να του εκδηλώνω τα συναισθήματά μου 55 57 57 43 ***
6 Του εκφράζω υπερβολική έλλειψη εμπιστοσύνης (π.χ. μόνιμη έκφραση δυσπιστίας, καχυποψίας για πράξεις…) 67 54 59 44 ***

Συζήτηση
Δηλαδή δεν είναι μόνον οι άνδρες που είναι επιθετικοί όπως μας εξηγούν οι Cordova, Jacobson, Gottman, Rushe & Cox (1993) με τις αναλύσεις των δεδομένων τους οι οποίοι μας δείχνουν ότι «οι γυναίκες ρέπουν εξίσου προς αρνητική ανταπόκριση των αρνητικών συναισθημάτων που γεννούν τις συγκρούσεις εξίσου το ίδιο όπως οι άνδρες». Συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε και σε προηγούμενη έρευνα συσχετίζοντας τον τρόπο ζωής και την επιθετικότητα στη συντροφική σχέση (Τζαμαλούκα και συν., 2004).
Είναι γνωστό εξ άλλου ότι η ιδεολογία της μητρότητας και των κοινωνικών ταμπού για τη γυναικεία βία, μειώνει το ενδιαφέρον μας να ασχοληθούμε με τη μελέτη του φαινομένου της βίαιης συμπεριφοράς των γυναικών (Henelius et. al., 2003). Έτσι, στην διεθνή βιβλιογραφία δεν εμφανίζονται συχνά δημοσιευμένες εργασίες στο θέμα της άσκησης βίας και επιθετικότητας από τις γυναίκες προς τους άνδρες και συνεπώς είναι κάπως δύσκολο να γίνει αποδεκτή από την ακαδημαϊκή κοινότητα (George, M.J. 1994).
Παρ’ όλα αυτά το σύνδρομο «του κακοποιημένου συζύγου» είναι μια πραγματικότητα και συγκρίνεται με το σενάριο της «κακοποιημένης συζύγου» (M.J. George, 2003).
Φαίνεται λοιπόν πως η βία του ζευγαριού περιλαμβάνει και ένα «αθέατο άγγιγμα» από τις γυναίκες προς τους άνδρες που ωστόσο τείνει να αποσιωπείται (Davis, Radford, & Richardson, 1998) λόγω της αντιθετικής γνώσης που εισάγει και αναστατώνει τις αποδεκτές έννοιες και τις συνήθεις κατηγοριοποιήσεις που κάνουμε για το γένος «άνδρες – γυναίκες» και τα στερεότυπα που ακολουθούν αυτή την έννοια.
Ο λόγος για τον οποίο πρέπει να γίνει «θεατή» η θυματοποίηση των ανδρών είναι η μέχρι τώρα μιζέρια στις ανθρώπινες σχέσεις, της οποίας μιζέριας το τίμημα είναι το ότι παραμένει αθέατη η βία των γυναικών λόγω της απέχθειάς μας να την ατενίσουμε.(Thomas, 1993).
Αυτή η στάση δεν αλλάζει κατά την γνώμη μας όσο το κοινωνικό σύνολο δεν καθιερώνει μια νέα κατανομή των ανδρικών και γυναικείων εξουσιών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Βιβλιογραφία
Archer J. (2000). Sex differences in aggression between heterosexual partners: a meta-analytic review. Psychol Bull. 126, 5, 651-80.
Berkowitz L. (1993) Aggression: A social psychological analysis. Temple University Press (Philadelphia)
Bjorkqvist K. Osterman K, Kaukiainen A. (1992). The development of direct and idirect aggressive strategies in males and females. San Diego: Academic press.
Cairns R.B, Cairns BD, Neckerman H, Ferguson L., Gariepy J. (1989). Growth and aggression: 1. Childhood to early adolescence. Dev. Psychol 25: 320-330.
Cordova J.V., Jacobson N.S., Gottman J.M., Rushe R. & Cox G. 1993. Negative reciprocity and communication in couples with a violent husband. J Abnorm Psychol. 1993 Nov;102(4):559-64
Crick N, Casas J, Mosher M.(1997). Relational and overt aggression in preschool. Dev. Psychol. 33: 579-588.
Crick and Grotpterer, (1995). Relational aggression, gender and social – psychological adjustment. Child Dev. 34: 777-789.
Davis, L., Radford, L., & Richardson, J. (1998). Domestic violence: a health care issue? London: British Medical Association (June).
Dutton, D.G. (1995). A scale for measuring propensity for abusiveness. J.Fam Violence, 10, 203-221.
Dutton, D.G., Starzomski, A., & Ryan, L. (1996). Antecedents of abusive behavior in wife assaulters. J. Fam Violence, 11, 113-132.
George, M.J. (1994). Riding the donkey backwards : men as the unacceptable victims of marital violence. Journal of Men’s studies, 3, 137-159.
George, M.J. (2003) Invisible touch. Aggression and violent behavior, 8, 23-60.
Gover A. (2004). Risky lifestyles and dating violence: A theoretical test of violent victimization. J. of Criminal Justice 32, 171-180.
Harris, M.B. (1996). Aggression, gender, and ethnicity. Aggression and Violent Behaviour, 1, 123 – 146.
Moos, R.H., & Moos, B.S. (1986). Family Environment Scale manual (2nd ed.). Palo Alto, CA: Consulting Psychologists Press.
Murphy, C.M., & O’ Leary, K.D. (1989). Psychological aggression predicts physical aggression in early marriage. J. Consult. Clin. Psychol., 57, 579-582
Reis H.T., Collins W.A.& Berscheid E. (2000). The relationship context of human behavior and development. Psychol Bull., 126, 6, 844-72
Richardson D. Green, L. (1999). Social sanction and threat explanations of gender effects on direct and indirect aggression. Aggressive behaviour, Vol. 25. 425 – 434.
Salmivalli C, Kaukiainen A., Lagerspetz K. (2000). Aggression and sociometric status among peers – do gender and type of aggression matter? Scand J. Psychol. 41: 17-24.
Schumacher J., Smith Slep A., Heyman R. (2001). Risk factors for male to female partner psychological abuse in Aggression and Violent Behavior, 6, 255-268.
Stets, J. E., & Pirog-Good, M.A. (1987). Violence in dating relationships. Social Psychology Quarterly, 50, 237-246.
Stets, J. E., & Straus, M. A. (1989). The marriage license as a hitting license: A comparison of assaults in dating, cohabiting, and married couples. Journal of Family Violence, 4(2), 161-180.
Straus MA. (1979). Measuring intrafamily conflict and violence: The Conflict Tactics (CT) Scales. J. Marriage Fam, 41: 75-88.
Sugarman D.B. & Hotaling, G.(1989). Dating violence: Prevalence, context, and risk markers. In M. Pirog-Good & Stets (Eds.). Violence and dating relationships. New York: Praeger.
Thomas, D. (1993). Not guilty: the case in defense of men. New York: W. Morrow.
Tolman, R.M. (1989). The development of a measure of psychological maltreatment of women by their male partner. Violence and Victims, 4, 159-177.
Τζαμαλούκα Γ., Χατζηφωτίου Σ., Χλιαουτάκης Ι., (2004). Συμπεριφορές συναισθηματικής κακομεταχείρισης σε ενήλικα ζευγάρια: ένα μοντέλο με προγνωστικό δείκτη τον τρόπο ζωής. Άρθρο υποβληθέν στο Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών.
Weizmann – Henelius G., Viemero V., Eronen M., (2003). The violent female perpetrator and her victim. Forensic Science International, 133, 197-203.
Wijma B, Schei B, Swahnberg K. NorAQ: Τhe norvold abuse questionnaire. Report no 2. Linkoping: division of Women’s Health, Faculty of Health Science, Linkoping University, 2003.

Δεν υπάρχουν σχόλια: