Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Το σύνδρομο της Στοκχόλμης ή όταν το θύμα «αγάπησε» το θύτη


 Το σύνδρομο της Στοκχόλμης ή όταν το θύμα «αγάπησε» το θύτη
      Το σύνδρομο της Στοκχόλμης πήρε το όνομά του από ένα περιστατικό που συνέβη στη Σουηδία το 1973. Σε μία ληστεία τράπεζας, οι όμηροι τάχτηκαν με το μέρος των απαγωγέων αρνούμενοι ως και να σωθούν!
     Το θύμα διακρίνει την απειλή και για να επαναφέρει την ισορροπία με πρωταρχική ανάγκη την επιβίωση αποδέχεται έως και δικαιολογεί τη συμπεριφορά του δράστη. Απομονωμένο ηθελημένα ή όχι από τον εξωτερικό κόσμο, δημιουργεί ένα δεσμό με αυτόν που η κοινή λογική υποδεικνύει να απαξιώσει. Το θύμα επικεντρώνεται στο θύτη εφόσον πιστεύει πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Ανεξάρτητα από την πίεση που του ασκείται, το θύμα ασχολείται μόνο με τα «καλά» στοιχεία του εξουσιαστή του. Οι έστω και ελάχιστες πράξεις καλοσύνης ή ενδιαφέροντος από τη μεριά του δράστη μεγαλοποιούνται συνειδητά από το θύμα του μέσα από την ανάγκη του εξωραϊσμού της πραγματικότητας.
Το 1973, τέσσερις Σουηδοί που κρατήθηκαν ως όμηροι για έξι ημέρες σε θησαυροφυλάκιο τράπεζας, κατά τη διάρκεια της ληστείας, «δέθηκαν» συναισθηματικά με τους εγκληματίες που τους κρατούσαν, ένα φαινόμενο που ονομάστηκε Σύνδρομο της Στοκχόλμης.
Σύμφωνα με τους ψυχολόγους ο δεσμός αυτός με τους κακοποιούς ήταν ένα μέσο που ανέπτυξαν οι όμηροι προκειμένου να αντέξουν τη βία.
Αν και οι αιχμάλωτοι από μόνοι τους δεν ήταν σε θέση να το εξηγήσουν, παρουσίασαν μία παράξενη σχέση με τους εγκληματίες που τους κρατούσαν. Ταυτίστηκαν με αυτούς ενώ ένιωθαν φόβο γι' αυτούς που έβαλαν τέλος στην αιχμαλωσία τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα κατέθεσαν υπέρ των εγκληματιών ή συγκέντρωσαν χρήματα για τη νομική υπεράσπισή τους.
Η Σουηδική τοποθεσία της «Sveriges Kreditbank» έδωσε το όνομά της σε αυτήν την πνευματική διαταραχή ως «Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης».

Η μακροχρόνια ψυχολογική έρευνα του περιστατικού αυτού και άλλων παρόμοιων καταστάσεων ομηρίας έχει καταλήξει σε ένα σαφές και χαρακτηριστικό σύνολο συμπτωμάτων για το Σύνδρομο της Στοκχόλμης:
Οι όμηροι αρχίζουν να ταυτίζονται με τους εγκληματίες που τους κρατάνε.



Η μακροχρόνια αιχμαλωσία θεμελιώνει  μια ακόμη πιο δυνατή εξάρτηση από τον εγκληματία καθώς γίνεται γνωστός ως ένα ανθρώπινο πλάσμα με τα δικά του προβλήματα και τις δικές του φιλοδοξίες. Ιδιαίτερα σε πολιτικές ή ιδεολογικές καταστάσεις, η μακροχρόνια αιχμαλωσία επιτρέπει στον αιχμάλωτο να εξοικειωθεί με τις απόψεις του εγκληματία και την ιστορία των αδικημάτων του κατά της αρχής. Ακόμη μπορεί να καταλήξει να πιστεύει ότι η θέση του εγκληματία είναι η δίκαιη.

Ο αιχμάλωτος επιδιώκει να απομακρυνθεί συναισθηματικά από την κατάσταση με το να αρνείται ότι όντως αυτή συμβαίνει. Έχει την εντύπωση ότι «όλα είναι ένα όνειρο». Άλλοτε πάλι βυθίζεται σε υπερβολικές περιόδους ύπνου ή σε παραισθήσεις στις οποίες σώζεται με μαγικό τρόπο. Μπορεί να προσπαθήσει να ξεχάσει την κατάσταση απασχολώντας τον εαυτό του σε άχρηστες αλλά χρονοβόρες «εργασίες».
Ανάλογα με το βαθμό της ταύτισης με τον εγκληματία μπορεί να αρνηθεί ότι αυτός έχει άδικο πιστεύοντας ότι οι επίδοξοι σωτήρες του και η επιμονή τους να τιμωρήσουν τον εγκληματία είναι υπεύθυνοι για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. 
Πρόκειται για μια ψυχολογική διαταραχή, που περιγράφει τον "συναισθηματικό δεσμό", που δείχνουν να νιώθουν τα θύματα και αναπτύσσεται μεταξύ θύματος και θύτη. Αφορά τη "συμπάθεια", που δημιουργείται και αναπτύσσεται στο θύμα το οποίο παρουσιάζει έντονα συναισθήματα πιστής υπακοής, αφοσίωσης, θαυμασμού, ταύτισης ή ακόμη και «αγάπης» απέναντι στον θύτη υπό καθεστώς “ στρεσογόνας πίεσης” επί μεγάλο χρονικό διάστημα ή ακόμα και υπό “ομηρία”.


Το δεδομένο που τράβηξε όμως το διεθνές επιστημονικό -και όχι μόνο- ενδιαφέρον σ΄αυτή την υπόθεση ήταν αυτό που αποκαλύφθηκε μετά τη σύλληψη των δραστών, από τις συνεντεύξεις και τις πράξεις των θυμάτων της απαγωγής. Οι τελευταίοι δήλωναν ότι χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν το γιατί, ένοιωθαν μία βαθιά έλξη και ταύτιση με τους απαγωγείς τους, ενώ ταυτόχρονα φοβόντουσαν αυτούς που προσπαθούσαν να τους σώσουν. Κατ΄ακρίβεια μάλιστα, βοήθησαν τους δράστες να αντισταθούν στη σύλληψη, ενώ αργότερα, μία από τις τρεις γυναίκες αρραβωνιάστηκε τον έναν από τους δύο κακοποιούς και μία άλλη ίδρυσε ένα νόμιμο ταμείο υπεράσπισης με σκοπό να συνδράμει στα έξοδα υπεράσπισης των κακοποιών.!!!! Είναι ξεκάθαρο πως οι όμηροι «δέθηκαν» συναισθηματικά με τους δύο ληστές. Τα άτομα αυτά περιήλθαν -όπως γνωρίζουμε τώρα- σε μία πολύ ιδιαίτερη ψυχολογική κατάσταση που διαμορφώνεται υπό κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες (κυρίως σε θύματα απαγωγής) η οποία ονομάστηκε «σύνδρομο της Στοκχόλμης».
Ο όρος "Σύνδρομο της Στοκχόλμης" χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Nils Bejerot, Σουηδό ψυχίατρο που είχε το ρόλο του συμβούλου της αστυνομίας, κατά τη διάρκεια της ομηρίας, ο οποίος αναφέρθηκε στη συμπεριφορά των θυμάτων ενώπιον τηλεθεατών των καναλιών που μετέδιδαν τις εικόνες, χαρακτηρίζοντας το πρωτοφανές φαινόμενο της ταύτισης των θυμάτων με τους απαγωγείς ως "Σύνδρομο της Στοκχόλμης".
To Σύνδρομο της Στοκχόλμης εμφανίζεται:
Το σύνδρομο αυτό εμφανίζεται και σε άλλες ομάδες ανθρώπων, όταν υπάρχει σχέση “ομηρίας”, θύτη-θύματος, εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, επιτιθέμενου και αμυνόμενου ή σε βάναυσες καταστάσεις όπως:
- Κακοποίηση παιδιών
- Κακοποίηση Αντρών
- Κακοποίηση γυναικών
- Θύματα αιμομιξίας
- Μέλη θρησκειών
- Αιχμάλωτοι πολέμου
- Καταστάσεις εγκληματικής ομηρίας
- Αιχμάλωτοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης
- Σχέσεις που βασίζονται στην άσκηση εξουσίας και το φόβο
Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης οφείλεται:
Οι ειδικοί εξηγούν, ότι το σύνδρομο της Στοκχόλμης οφείλεται στην ταύτιση των θυμάτων με τους απαγωγείς τους.
Αρχικώς, γίνονται διάφορες διεργασίες στα πλαίσια των μηχανισμών Άμυνας του Εγώ. Βάσει της ψυχαναλυτικής θεώρησης του Εγώ, το άτομο υπό συνθήκες πίεσης αναζητά τρόπους να επαναφέρει την απολεσθείσα ψυχική ηρεμία - ισορροπία του. Ένας από τους μηχανισμούς, που ενδέχεται να είναι ασυνείδητοι, είναι η ταύτιση με τον επιτιθέμενο. Προς αποφυγή του άγχους, που δημιουργεί η επίθεση, το άτομο ταυτίζεται με την πηγή της επίθεσης, ώστε να διαμορφώσει θετικά συναισθήματα για τον επιτιθέμενο. Η βασική αρχή αυτή της άμυνας στηρίζεται στο γεγονός, ότι το άτομο δεν μπορεί να είναι φιλικώς διακείμενο προς κάποιο εχθρικό πρόσωπο. Επομένως, η "ταύτιση" με τον επιτιθέμενο μετατρέπει το θύτη σε "καλό" πρόσωπο, άρα φιλικό και επομένως "ακίνδυνο".
Γιατί το θύμα αγαπά το βασανιστή του;
Το συναισθηματικό δέσιμο με τον θύτη αποτελεί στην ουσία μια στρατηγική επιβίωσης για τον άνθρωπο που έγινε θύμα κακοποίησης και φόβου. Το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» αποτελεί κοινή γνώση και συχνά χρησιμοποιείται από την Αστυνομία ως τακτική που αυξάνει τις πιθανότητες επιβίωσης των ομήρων.
Η αντίδραση του ψυχολογικού δεσμού με τον θύτη μπορεί να εντοπιστεί και σε ερωτικές ή οικογενειακές σχέσεις, όπου ένα μέλος είναι το θύμα και το άλλο θύτης, ο οποίος με κάποιον τρόπο κακοποιεί το θύμα.
Από ψυχολογική άποψη, το άτομο που γίνεται θύμα και αναπτύσσει συναισθηματικό δέσιμο με τον θύτη του φέρεται, κατά κάποιον τρόπο, κι εντελώς ασυνείδητα, με τον τρόπο που θα λειτουργούσε κι ένα βρέφος, προκειμένου να επιβιώσει.
Το βρέφος συνδέεται, δημιουργεί συναισθηματικό δεσμό με έναν ενήλικα προκειμένου να μεγιστοποιήσει τις πιθανότητές του να το φροντίσει αυτός ο ενήλικας κι έτσι να επιβιώσει. Βάσει ενός ανάλογου μηχανισμού, το θύμα αναπτύσσει έναν συναισθηματικό δεσμό ή ψυχολογικό δέσιμο με τον θύτη του, γιατί αυτός είναι ένας τρόπος να αυξήσει τις πιθανότητές του να επιβιώσει.
Συμπτώματα του «Συνδρόμου της Στοκχόλμης»
Κάθε σύνδρομο διαθέτει τα συμπτώματα ή τις συμπεριφορές του και το Σύνδρομο της Στοκχόλμης δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρόλο που δεν έχει θεμελιωθεί μία σαφής λίστα λόγω των ποικίλων απόψεων των ερευνητών και των ειδικών, αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά θα παρουσιασθούν παρακάτω. Στα συμπτώματα αυτά παρατηρούνται συμπεριφορές, που σε άλλες συνθήκες θεωρούνται παράλογες. Και μη ξεχνάμε ότι έχουν δημιουργηθεί κάτω από τεράστια ψυχολογική πίεση και ενδεχόμενη σωματική κόπωση (αϋπνία, ασιτία, κακός βιορυθμός κ.α.)
Τα συμπτώματα αυτά είναι:
1. Πράξεις ευγένειας από τους απαγωγείς, ακόμη και πολύ μικρής σημασίας,
παίρνουν σημαντικές διαστάσεις από την πλευρά του θύματος.
Οι απόπειρες τρίτων προς διάσωση λαμβάνονται ως απειλή της ισορροπίας του
θύματος άρα αποδοκιμάζονται ή ακόμα χειρότερα παρεμποδίζονται.
2. Τα κίνητρα των δραστών παρερμηνεύονται από το θύμα.
3. Η διάρκεια της ομηρείας φαίνεται μικρότερης διάρκειας στα θύματα από ό,τι
ήταν στην πράξη.
4. Θετικά συναισθήματα από το θύμα προς το άτομο που το κακοποιεί ή το ελέγχει.
5. Αρνητικά συναισθήματα από το θύμα προς την οικογένειά του, τους φίλους ή τις αρχές που προσπαθούν να το «σώσουν».
6. Υποστήριξη για τους λόγους που οδηγούν το θύτη στη συγκεκριμένη συμπεριφορά.
7. Θετικά συναισθήματα του θύτη προς το θύμα.
8. Υποστηρικτική συμπεριφορά του θύματος προς τον θύτη, τον βοηθάει και τον στηρίζει.
9. Ανικανότητα του θύματος να φερθεί με τρόπο που να διαλύσει το δεσμό του με τον θύτη του.
Τα συμπτώματα του συνδρόμου ενδέχεται να διαρκέσουν χρόνια.
Σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και μετά από μακροχρόνια θεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη, δεν υποχωρούν εντελώς ακόμα και σε τεράστιο βάθος χρόνου.
Πότε δημιουργείται το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης»;
Η ψυχολογική αυτή αντίδραση του συναισθηματικού δεσίματος δε δημιουργείται σε κάθε περίπτωση ομηρίας ή σχέσης κακοποίησης. Φαίνεται ότι υπάρχουν τέσσερις καταστάσεις που καθορίζουν την εμφάνιση του “Συνδρόμου της Στοκχόλμης”. Έχει εξακριβωθεί ότι τέσσερις περιπτώσεις ή καταστάσεις βοηθούν ως θεμέλιο στην ανάπτυξη του Συνδρόμου της Στοκχόλμης. Αυτές οι τέσσερις καταστάσεις δύναται να βρεθούν σε σχέσεις ομηρίας και κακοποίησης:
- Η αίσθηση του θύματος ότι υπάρχει απειλή στην φυσική ή πνευματική επιβίωση του ατόμου και η πεποίθηση ότι ο θύτης θα εκτελέσει την απειλή του.
- Η αίσθηση του θύματος ότι υπάρχει μια έστω και μικρή αλλά αντιληπτή καλοσύνη από τον θύτη προς το θύμα
- Απομόνωση του θύματος από τη γνώμη άλλων ατόμων εκτός από του θύτη
- Η αίσθηση του θύματος ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση (να “αποδράσει”).
Σχέσεις εξουσίας και φόβου
Άτομα που βρίσκονται σε μια σχέση εξουσίας και φόβου συχνά δημιουργούν συναισθηματικούς δεσμούς με το άτομο που τα κακοποιεί (συναισθηματικά, σωματική, ή πνευματικά).
Στο γραφείο του ψυχολόγου μερικά από τα άτομα που επιδεικνύουν έντονη έκπληξη αλλά και σοκ είναι αυτά που είχαν εμπλακεί σε εξουσιαστικές σχέσεις. Όταν τελειώνει η σχέση, συχνά σχολιάζουν: «ξέρω πόσο με πλήγωσε αυτός ο άνθρωπος, αλλά ακόμα τον αγαπάω», «δεν ξέρω γιατί, παρόλα όσα μου έκανε, μου λείπει», «ξέρω ότι ακούγεται τρελό, αλλά την θέλω ξανά στη ζωή μου».
Πρόσφατα, κάποιο άτομοo εξομολογήθηκε ότι «με το ζόρι κατάφερα να ξεφύγω από αυτή τη σχέση που μου δηλητηρίασε τα καλύτερά μου χρόνια με το ξύλο και τις βρισιές που ανέχτηκα από αυτόν τον άνδρα. Έμαθα ότι βγαίνει με μια άλλη κοπέλα και της κάνει ακριβώς τα ίδια. Ξέρω ότι ακούγεται εντελώς παλαβό, αλλά ομολογώ ότι ζηλεύω».
Οι συγγενείς και οι φίλοι των ανθρώπων οι οποίοι καταφέρνουν να βγουν από τέτοιες άσχημες σχέσεις αισθάνονται ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη και σοκ όταν ακούν τέτοιου είδους σχόλια από τους δικούς τους ανθρώπους που έχουν γίνει το θύμα κάποιου άλλου. Τέτοιες καταστάσεις δύσκολα βγάζουν νόημα και σαφώς δε στέκουν κοινωνικά. Ωστόσο, έχουν ψυχολογικό νόημα.
Το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» είναι δυνατό να βρεθεί επίσης σε οικογενειακές, ρομαντικές και διαπροσωπικές σχέσεις. Ο κακοποιός μπορεί να είναι ο σύζυγος ή η σύζυγος, ο φίλος ή η φίλη, ο πατέρας ή η μητέρα, ή οποιονδήποτε άλλο ρόλο ελέγχου ή εξουσίας κατέχει ο θύτης. 
ΠΗΓΕΣ
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=734360

Δεν υπάρχουν σχόλια: