Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

BADINTER E.: 'Γυναίκες σε λάθος δρόμο'

Γυναίκες σε λάθος δρόμοΜπανταντερ Ελίζαμπετ
ΜΙΚΕΛΑ ΧΑΡΤΟΥΛΑΡΗ

Ποιος θα το φανταζόταν ότι κάτω από μια τόσο ήπια και διακριτική εμφάνιση κρύβεται ένα τόσο προβοκατόρικο ταμπεραμέντο, ένας τόσο παθιασμένος χαρακτήρας; H 60χρονη Ελιζαμπέτ Μπαντεντέρ, φιλόσοφος που διδάσκει στην πανίσχυρη «ανδρική» Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού, είναι μία αιρετική φεμινίστρια με τρία παιδιά, που κοντράρεται σκληρά με τις «αδελφές» της. Έγινε γνωστή στις αρχές του '80, όταν έθεσε υπό αμφισβήτηση το μητρικό ένστικτο, υποστηρίζοντας με επιχειρήματα από τη Φιλοσοφία, τη Βιολογία ή την Ιστορία, ότι αυτό δεν έχει να κάνει με τη γυναικεία φύση, αλλά ότι είναι ένας μύθος βαθιά ριζωμένος στην κουλτούρα μας. Ας μιλήσουμε καλύτερα για «μητρική αγάπη», έλεγε στο βιβλίο της «L' amour en plus» (Flammarion), πιάνοντας το νήμα από τον 18ο αιώνα. Σήμερα, ύστερα από άλλα οκτώ βιβλία όπου ασχολήθηκε με τη γυναικεία χειραφέτηση και την πολιτική, αλλά και με την ανδρική ταυτότητα (βλ. «XY», Εκδ. Κάτοπτρο), επιστρέφει στο προσκήνιο με ένα βιβλίο-καταγγελία του ριζοσπαστικού και αμυντικού φεμινισμού των τελευταίων 15 χρόνων. Είναι ο «Λάθος Δρόμος» (Εκδ. Καστανιώτης, προλ. Φ. Τσαλίκογλου, μτφ. E. Τσερέζολε) που μας καλεί «να ξεπεράσουμε την αγγελική εικόνα των γυναικών, επειδή αυτή μας παγιδεύει στη δαιμονοποίηση των ανδρών». H Μπαντεντέρ κάνει απολογισμό των αντιφάσεων και των υπερβολών στις οποίες οδηγήθηκαν οι Αμερικανίδες, αλλά και οι Ευρωπαίες φεμινίστριες μετά την παρακμή του μοντέλου της σούπερ γούμαν (που κυριάρχησε τη δεκαετία του '80) και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την πορεία που παίρνουν πλέον οι διεκδικήσεις των γυναικών. Μία πορεία που, κατά τη γνώμη της, ξανακάνει τη γυναίκα όμηρο των παλιών στερεοτύπων. Κάτω από τις γραμμές, διακρίνει όμως κανείς και μια ενδιαφέρουσα σύγκρουση με την Σιλβιάν Αγκασενσκί. Σύζυγος του Ρομπέρ Μπαντεντέρ, πρώην υπουργού Δικαιοσύνης του Μιτεράν, η μία - σύζυγος του πρώην πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν, η άλλη (βλ. «H πολιτική των φύλων», Εκδ. Πόλις), εκφράζουν δύο διαφορετικές σοσιαλιστικές «γραμμές» σχετικά με την ισότητα. H Αγκασίνσκι π.χ. είναι υπέρμαχος της ποσόστωσης στην πολιτική εκπροσώπηση των γυναικών, ενώ η Μπαντεντέρ θεωρεί πως ο αγώνας αυτός οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδιώκεται, επειδή επιστρατεύει το οπισθοδρομικό επιχείρημα της βιολογικής διαφοράς ανδρών-γυναικών. Διολισθαίνει έτσι, σε μια μονοδιάστατη προσέγγιση της γυναίκας υπό το πρίσμα της μητρότητας και υπονομεύει τελικά τις ελευθερίες της. Κόντρα λοιπόν στην κυρίαρχη άποψη που θέλει τη γυναικεία «φύση» να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την «ανδρική κουλτούρα», η Μπαντεντέρ επιμένει ότι αντί για το «δικαίωμα στη διαφορά», οι γυναίκες πρέπει να διεκδικήσουν την «εξίσωση των ρόλων». Μόνο έτσι, λέει, θα εξασφαλίσουν τις πολλαπλές τους ταυτότητες.
Μην εθελοτυφλούμε: οι σχέσεις ανδρών-γυναικών έχουν χειροτερέψει τα τελευταία χρόνια, λέει η συγγραφέας που βλέπει να ανατέλλει ένας σεξισμός εναντίον των ανδρών και μια μανιχαϊστική λογική, η οποία «απομακρύνει κάθε ελπίδα κατανόησης και αμοιβαίας επιρροής μεταξύ των φύλων». Προσοχή στον φεμινιστικό εθνικισμό, προσοχή στη φεμινιστική ορθότητα, φωνάζει η Μπαντεντέρ, και ανοίγει το (υποβαθμισμένο) ζήτημα της γυναικείας βίας, και προβάλλει ενστάσεις στις «κατακτήσεις» της μερικής απασχόλησης, της μαντίλας στα γαλλικά σχολεία κ.ο.κ. Όταν η πρώην ηρωίδα σούπερ γούμαν παρουσιάζεται πλέον ως απροστάτευτο «θύμα της ανδρικής κυριαρχίας (γυναίκα-παιδί) και θαρραλέος μικρός στρατιώτης που διορθώνει τις ζημιές της (γυναίκα-μάνα στην πολιτική)», προεξοφλούμε αρετές και ρόλους-φυλακές που απομακρύνουν τις γυναίκες από τη διεκδίκηση των κοινωνικών και πολιτισμικών ελευθεριών τους. Πόσο μάλλον που η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και πιο πολύχρωμη.
Τον Ιούλιο του 2005 θα αρχίσει να ισχύει ο ευρωπαϊκός νόμος κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης, που αντιστρέφει μάλιστα το βάρος της απόδειξης. H Άννα Διαμαντοπούλου, επίτροπος τότε, Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, τον είχε εξαγγείλει το 2002 και είχε αναφερθεί σε στατιστικές που έδειχναν ότι 40%-50% των Ευρωπαίων γυναικών είχαν υποστεί ανεπιθύμητες σεξουαλικές προτάσεις. Ωστόσο η Μπαντεντέρ έχει ενδοιασμούς, επειδή ο νόμος αυτός με τη συγκεκριμένη διατύπωση, μπορεί να γίνει... λάστιχο και να δώσει το πράσινο φως ακόμα και στην «οπτική παρενόχληση». Και τι γίνεται τότε με τη διάκριση αντικειμενικού-υποκειμενικού, πραγματικού-φανταστικού; Σωστά λοιπόν, τιμωρείται η σεξουαλική ή η ηθική παρενόχληση από προϊστάμενο, στον χώρο της εργασίας, λέει. Όταν όμως το αδίκημα απομακρύνεται από την έννοια της εξουσίας, όταν δεν υπάρχει η έννοια των επαναλαμβανόμενων ενεργειών, όταν συγχέονται η βία, η κατάχρηση εξουσίας και η αγένεια, όταν οι στατιστικές «φουσκώνουν» τα ευρήματά τους υπηρετώντας την ιδεολογία της ανδρικής ενοχής, όταν φθάνουμε σε ακρότητες όπως στις ΗΠΑ (με τους αγώνες των Ντουόρκιν και Μακ-Κίνον) όπου μια σκληρή παρατήρηση εντάσσεται στην έννοια του βιασμού, όταν απαιτούμε από τους άνδρες μια πιο «θηλυκή» σεξουαλικότητα, τότε, λέει, υποκύπτουμε σε έναν οπισθοδρομικό, ισοπεδωτικό, νεο-πουριτανισμό. Στο κάτω κάτω, όπως παρατηρεί και η Κάτι Ρόιφ, «για να αποσπάσεις επιθυμητή σεξουαλική προσοχή, πρέπει να εκπέμψεις και να δεχθείς αρκετή ανεπιθύμητη προσοχή. Αν λοιπόν εξαλειφόταν ο κίνδυνος να κάνει κανείς μια ανεπιθύμητη σεξουαλική πρόταση, τότε θα ήμασταν όλοι μοναχικά όντα»!

Αυτό το κείμενο εκτυπώθηκε από "ΤΑ ΝΕΑ", στη διεύθυνση
http://ta-nea.dolnet.gr/print_article.php?e=A&f=18182&m=P08&aa=2

Δεν υπάρχουν σχόλια: